ισοβάθμιος
-α, -ο, και ισόβαθμος, -η, -ο, επίθ.
αυτός που έχει τον ίδιο βαθμό με κάποιον άλλο, όπως: Συνταγματάρχης [Στρατός Ξηράς], πλοίαρχος [Πολεμικό Ναυτικό], Σμήναρχος [Πολεμική Αεροπορία].
Ετυμολογία
< ίσο(ς) + -βάθμιος < βαθμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισοβάθμιος», σσ. 371-372. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοβαθμιοσ/