ίντσα
η, ουσ.
(μαθημ.) μονάδα μέτρησης του μήκους, ίση με το 1/3 της αγγλικής γιάρδας ίση με 2,54 εκ. του μέτρου, που χρησιμοποιείται ακόμα στην Αγγλία και σε χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
Ετυμολογία
< αγγλ. inch < αρχ. αγγλ. inch [πληθ. inches] < λατιν. uncial [= δωδεκατημόριο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίντσα», σ. 368. https://navalhistory.gr/lexiko/ιντσα/