αλλοδαπός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που είναι υπήκοος ξένου κράτους, αντών. ημεδαπός, ιθαγενής, αυτόχθων, ντόπιος
- (το θηλ. ως ουσ.) [χωρίς πληθ.] αλλοδαπή, το σύνολο των κρατών που βρίσκονται έξω από τα όρια της συγκεκριμένης χώρας, το εξωτερικό.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄλλο < αρχική μορφή ἀλλοδ- + [καταλ.] -απός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλλοδαπός», σ. 66. https://navalhistory.gr/lexiko/αλλοδαποσ/