ιθαγενής
ής, -ές, επίθ.
- αυτός που κατάγεται από την ίδια χώρα στην οποία κατοικεί, συνών. γηγενής, αυτόχθονας, ντόπιος
- (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ο αυτόχθονας, ο κάτοικος μιας χώρας σε αντιδιαστολή προς τους αποίκους ή τους απογόνους αποίκων.
Ετυμολογία
α) [για την 1η ερμ.] ἰθα-γενής, -ές, ἰθύς + γένος [= γεννημένος από νόμιμο γάμο, νόμιμος], β) [για την 2η ερμ.] < σημδ. γαλλ. indigène και αγγλ. native.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιθαγενής», σ. 366. https://navalhistory.gr/lexiko/ιθαγενησ/