navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βοηθητικός

βοηθητικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που είναι πρόθυμος για να βοηθήσει
  2. αυτός που έχει δευτερεύουσα θέση σε υπηρεσία, εφεδρικός, επικουρικός
  3. (ως ουσ.) πρόσωπο που κρίνεται ακατάλληλο για να υπηρετήσει ως μάχιμος στο στρατό αλλά είναι ικανό για θέσεις υποστηρικτικές ή διοικητικές εξαιτίας κάποιας παθήσεως, αναπηρίας ή κακής σωματοδομής
  4. (φρ.) «βοηθητικός δέκτης / κινητήρας / κύλινδρος / λέβητας / μηχανισμός πηδαλίου / οἴαξ, -ᾱκος, [= τιμόνι -αρχ.- πηδάλιο] / πομπός / ραδιογωνιομετρικός σταθμός», «βοηθητική μονάδα / αντλία / βαλβίδα / λέμβος / μηχανή / μονάδα παροχής ισχύος / γεννήτρια / συσκευή κ.ά.»,
  5. βοηθητικά σκάφη στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό: πετρελαιοφόρα, υδροφόρα, πλοία φάρων, αποβατικά, φραγματοθέτιδες, πλωτοί γερανοί, πλοία μεταφοράς προσωπικού, πλοία αλιείας τορπιλών, ρυμουλκά, υδρογραφικά, ωκεανογραφικά.

Ετυμολογία

< αρχ. βοηθητικός.

Επιρρήματα

βοηθητικά και βοηθητικώς [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βοηθητικός», σ. 158. https://navalhistory.gr/lexiko/βοηθητικοσ/