βοηθητικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που είναι πρόθυμος για να βοηθήσει
- αυτός που έχει δευτερεύουσα θέση σε υπηρεσία, εφεδρικός, επικουρικός
- (ως ουσ.) πρόσωπο που κρίνεται ακατάλληλο για να υπηρετήσει ως μάχιμος στο στρατό αλλά είναι ικανό για θέσεις υποστηρικτικές ή διοικητικές εξαιτίας κάποιας παθήσεως, αναπηρίας ή κακής σωματοδομής
- (φρ.) «βοηθητικός δέκτης / κινητήρας / κύλινδρος / λέβητας / μηχανισμός πηδαλίου / οἴαξ, -ᾱκος, [= τιμόνι -αρχ.- πηδάλιο] / πομπός / ραδιογωνιομετρικός σταθμός», «βοηθητική μονάδα / αντλία / βαλβίδα / λέμβος / μηχανή / μονάδα παροχής ισχύος / γεννήτρια / συσκευή κ.ά.»,
- βοηθητικά σκάφη στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό: πετρελαιοφόρα, υδροφόρα, πλοία φάρων, αποβατικά, φραγματοθέτιδες, πλωτοί γερανοί, πλοία μεταφοράς προσωπικού, πλοία αλιείας τορπιλών, ρυμουλκά, υδρογραφικά, ωκεανογραφικά.
Ετυμολογία
< αρχ. βοηθητικός.
Επιρρήματα
βοηθητικά και βοηθητικώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βοηθητικός», σ. 158. https://navalhistory.gr/lexiko/βοηθητικοσ/