εύδιος
-ία, -ον, επίθ.

(για καιρό) γαλήνιος, ήρεμος, αυτός που δεν σκιάζεται από νέφη ή δεν ταράζεται από καταιγίδες, συνών. αίθριος, ανέφελος, ασυννέφιαστος, καλοκαιρινός, λαμπρός, αντών. συννεφιασμένος, νεφοσκεπής, νεφώδης.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐδία [δες λ.]. Φωτό: o Εύδιος λιμήν, fm 101.9 - Ρ/Σ Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύδιος», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευδιοσ/