navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εύδρομος

εύδρομος

-η, -ο, επίθ.

  1. [αρχαιοπρεπές] αυτός που τρέχει γρήγορα, συνών. γρήγορος, ταχύς
  2. (το ουδ. ως ουσ.) [παρωχημένο] εύδρομο, τύπος ταχύπλοου πολεμικού σκάφους που ανήκει στην κατηγορία των καταδρομικών, κατασκευαστικά είναι πιο γρήγορο και πιο ελαφρύ από το θωρηκτό, διαθέτει βαρύ πυροβολικό σύστημα, (φρ.) «εύδρομο ναρκοβόλο / αντιαεροπορικό / εκπαιδευτικό / βοηθητικό / επίτακτο / τορπιλοβόλο».

Ετυμολογία

< αρχ. εὔδρομος < εὖ + δρόμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύδρομος», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευδρομοσ/