εύδρομος
-η, -ο, επίθ.
- [αρχαιοπρεπές] αυτός που τρέχει γρήγορα, συνών. γρήγορος, ταχύς
- (το ουδ. ως ουσ.) [παρωχημένο] εύδρομο, τύπος ταχύπλοου πολεμικού σκάφους που ανήκει στην κατηγορία των καταδρομικών, κατασκευαστικά είναι πιο γρήγορο και πιο ελαφρύ από το θωρηκτό, διαθέτει βαρύ πυροβολικό σύστημα, (φρ.) «εύδρομο ναρκοβόλο / αντιαεροπορικό / εκπαιδευτικό / βοηθητικό / επίτακτο / τορπιλοβόλο».
Ετυμολογία
< αρχ. εὔδρομος < εὖ + δρόμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύδρομος», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευδρομοσ/