έρμαιο
το, ουσ.
- οποιοσδήποτε παρασύρεται, χωρίς τη θέλησή του, από κάποιον άλλο, το θύμα, (εκφρ.) «άνθρωπος έρμαιο των παθών του»,
- κάθε αντικείμενο που φέρεται εδώ κι εκεί από τα κύματα ή εκβράζεται στην ακτή (λ.χ. συντρίμμια από ναυάγιο, κοχύλια κ.λπ.), (φρ.) «το πλοίο έγινε έρμαιο των κυμάτων και των ανέμων».
Ετυμολογία
< αρχ. ἕρμαιον [= θεόσταλτο δώρο, δώρο του θεού Ερμή], (φρ.) «κοινὸν τὸ ἕρμαιον», απροσδόκητο αντικείμενο που βρίσκουν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι μαζί.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έρμαιο», σ. 309. https://navalhistory.gr/lexiko/ερμαιο/