navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έρμαιο

έρμαιο

το, ουσ.

  1. οποιοσδήποτε παρασύρεται, χωρίς τη θέλησή του, από κάποιον άλλο, το θύμα, (εκφρ.) «άνθρωπος έρμαιο των παθών του»,
  2. κάθε αντικείμενο που φέρεται εδώ κι εκεί από τα κύματα ή εκβράζεται στην ακτή (λ.χ. συντρίμμια από ναυάγιο, κοχύλια κ.λπ.), (φρ.) «το πλοίο έγινε έρμαιο των κυμάτων και των ανέμων».

Ετυμολογία

< αρχ. ἕρμαιον [= θεόσταλτο δώρο, δώρο του θεού Ερμή], (φρ.) «κοινὸν τὸ ἕρμαιον», απροσδόκητο αντικείμενο που βρίσκουν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι μαζί.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έρμαιο», σ. 309. https://navalhistory.gr/lexiko/ερμαιο/