επιτελάρχης
ο, ουσ.
(στρατ.) ο αρχηγός του επιτελείου [της στρατιάς / της μεραρχίας / της ταξιαρχίας] που είναι ανώτερος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, συνήθως φέρει το βαθμό του συνταγματάρχη.
Ετυμολογία
< επιτελείο + -άρχης < αρχ. ἄρχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιτελάρχης», σ. 299. https://navalhistory.gr/lexiko/επιτελαρχησ/