navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επαναγωγή

επαναγωγή

η, ουσ.

η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επανάγω [δες λ.]:

  1. η μεταφορά σε προηγούμενη θέση
  2. (νομ.) η επαναφορά μίας δικαστικής απόφασης για επανάκριση, έφεση.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπαναγωγή < ἐπαν- [< ἐπί + ἀνά] + ἀγωγή [< ἄγω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαναγωγή», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναγωγη/