navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επαληθεύω

επαληθεύω

ρ. [μετβ.]

διαπιστώνω ή αποδεικνύω πως κάτι είναι αληθινό, σωστό ή ακριβές, (παθ.φ.) επαληθεύομαι, αποδεικνύομαι αξιόπιστος στα όσα έχω πει ή κάνει.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπαληθεύω [= βεβαιώνω την ορθότητα].

Παράγωγα

επαλήθευση, επαληθευτικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαληθεύω», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επαληθευω/