εξίσωση
η, ουσ.
- το να γίνεται κάτι ίσο με κάτι άλλο
- (μαθημ.) ισότητα που αποτελείται από γνωστούς και άγνωστους παράγοντες και επαληθεύεται με την πορεία των αλγεβρικών πράξεων (φρ.) «αλγεβρική / γραμμική / εκθετική / χημική / διαφορική / κυματική / παραμετρική / υπερβατική / πρώτου και δεύτερου βαθμού εξίσωση».
Ετυμολογία
< μτγν. ἐξίσω(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξίσωση», σ. 279. https://navalhistory.gr/lexiko/εξισωση/