εγκοπή
η, ουσ.
εσοχή στην επιφάνεια αντικειμένου δημιουργημένη από σκληρό και αιχμηρό αντικείμενο, συνών. χαρακιά, αυλακιά.
Ετυμολογία
< ἐγκοπή [= χαρακιά, σχισμή] < ἐγκόπτω < ἐν + κόπτω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγκοπή», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εγκοπη/