εντομοκτόνο
το, ουσ.
(φαρμ. χημ.) προϊόν σε υγρή ή στερεή [σκόνη] ή αέρια μορφή για την καταπολέμηση βλαβερών αλλά και ενοχλητικών εντόμων.
Ετυμολογία
< έντομ(ον) -ο- + [επίθ.] -κτόνος, μτφρδ. από τη γαλλ. insecticide.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εντομοκτόνο», σ. 273. https://navalhistory.gr/lexiko/εντομοκτονο/