είδωλο
το, ουσ.
- (φυσ.) πραγματική ή φαινομενική εικόνα αντικειμένου, που σχηματίζεται με αντανάκλαση σε κάτοπτρο ή με διάθλαση σε φακό
- ομοίωμα θεότητας ως λατρευτικό αντικείμενο, ξόανο
- (μτφ.) [συνήθ. στον πληθ.] η ψεύτικη και εσφαλμένη αντίληψη, για την οποία ένα κοινωνικό σύνολο δείχνει μιαν έμμονη και τυφλή πίστη
- (μτφ.) για πρόσωπο που αγαπιέται υπέρμετρα, το ίνδαλμα.
Ετυμολογία
< αρχ. εἴδωλον [= καθρεφτισμένη εικόνα, εικόνα του νου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «είδωλο», σ. 246. https://navalhistory.gr/lexiko/ειδωλο/