navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › είδωλο

είδωλο

το, ουσ.

  1. (φυσ.) πραγματική ή φαινομενική εικόνα αντικειμένου, που σχηματίζεται με αντανάκλαση σε κάτοπτρο ή με διάθλαση σε φακό
  2. ομοίωμα θεότητας ως λατρευτικό αντικείμενο, ξόανο
  3. (μτφ.) [συνήθ. στον πληθ.] η ψεύτικη και εσφαλμένη αντίληψη, για την οποία ένα κοινωνικό σύνολο δείχνει μιαν έμμονη και τυφλή πίστη
  4. (μτφ.) για πρόσωπο που αγαπιέται υπέρμετρα, το ίνδαλμα.

Ετυμολογία

< αρχ. εἴδωλον [= καθρεφτισμένη εικόνα, εικόνα του νου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «είδωλο», σ. 246. https://navalhistory.gr/lexiko/ειδωλο/