δίωρος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που διαρκεί δύο ώρες
- (ως ουσ.) το δίωρο, χρονικό διάστημα δύο ωρών
- (στρατ.) το χρονικό διάστημα άσκησης καθηκόντων σε σκοπιά.
Ετυμολογία
< δι- + ώρ(α) + -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίωρος», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διωροσ/