navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίωρος

δίωρος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που διαρκεί δύο ώρες
  2. (ως ουσ.) το δίωρο, χρονικό διάστημα δύο ωρών
  3. (στρατ.) το χρονικό διάστημα άσκησης καθηκόντων σε σκοπιά.

Ετυμολογία

< δι- + ώρ(α) + -ος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίωρος», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διωροσ/