δυναμογράφος
ο, ουσ.
(τεχνολ.) ειδικό όργανο που μετρά και γράφει αυτόματα την ένταση των δυνάμεων, ειδικότερα των μυικών.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. dynamographe < dynamo- [= δυναμο-] + -graphe [= - γράφος] < γράφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δυναμογράφος», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυναμογραφοσ/