διυλιστήριο
το, ουσ.
(τεχνολ.)
- εργοστάσιο επεξεργασίας πετρελαίου
- μονάδα καθαρισμού του πόσιμου νερού κυρίως από αιωρούμενα σωματίδια και παθογόνα μικρόβια.
Ετυμολογία
< μτγν. διυλιστήριον < διυλιστήρ < διυλίζω, γαλλ. raffinerie.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διυλιστήριο», σσ. 229-230. https://navalhistory.gr/lexiko/διυλιστηριο/