navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διυλιστήριο

διυλιστήριο

το, ουσ.

(τεχνολ.)

  1. εργοστάσιο επεξεργασίας πετρελαίου
  2. μονάδα καθαρισμού του πόσιμου νερού κυρίως από αιωρούμενα σωματίδια και παθογόνα μικρόβια.

Ετυμολογία

< μτγν. διυλιστήριον < διυλιστήρ < διυλίζω, γαλλ. raffinerie.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διυλιστήριο», σσ. 229-230. https://navalhistory.gr/lexiko/διυλιστηριο/