δυναμό
το, άκλ. ουσ.

(τεχνολ.) γεννήτρια παραγωγής συνεχούς ρεύματος, που μέσω της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής, τροφοδοτεί μπαταρίες και ηλεκτρικά συστήματα μηχανοκίνητων μέσων, δυναμομηχανή.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. dynamo < αρχ. δύναμις, αγγλ. alternator [= εναλλακτήρας που παράγει εναλλασσόμενο ρεύμα και στη συνέχεια το μετατρέπει σε συνεχές], η λ. πλάστηκε από το machine dynamoelectrique [= δυναμοηλεκτρική μηχανή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δυναμό», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυναμο/