διωστήρας
ο, ουσ.

(τεχνολ.) μηχανικό εξάρτημα, που γεφυρώνει το έμβολο με τον στροφαλοφόρο άξονα και μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση σε περιστροφική και αντίστροφα, συνών. μπιέλα, (φρ.) «υποστήριγμα / τριβέας / σώμα / συνδετικός άξονας / πόδι / συνδετικό αγκύλιο / κεφαλή διωστήρα».
Ετυμολογία
< μτγν. διωστήρ, αιτ. -ῆρα [= πάσσαλος για μεταφορά κρίκων].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διωστήρας», σ. 231. https://navalhistory.gr/lexiko/διωστηρασ/