εγχυτήρας
ο, ουσ.
(τεχνολ.) μηχανισμός έγχυσης ή εισαγωγής ρευστού υλικού, τζιφάρι [δες λ.], ή παροχικός σίφωνας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐγχέω [= εκχύνω, χύνω μέσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγχυτήρας», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εγχυτηρασ/