δρυς
η, ουσ.
(φυτολ.) η βελανιδιά [δες λ.], είδος δέντρου, προσφέρει εξαιρετικής ποιότητας πρώτη ύλη κατάλληλη για την επιπλοποιία και τη ναυπηγική.
Ετυμολογία
< αρχ. δρῦς.
Παράγωγα
δρυμός [= δάσος από βελανιδιές, πουρνάρια και άλλα είδη].
Σύνθετα
δρυοβάλανος, δρυοβαφής, δρυοδεψία, δρυοκολάπτης, δρυοφλοιός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δρυς», σ. 236. https://navalhistory.gr/lexiko/δρυσ/