διυλίζω
ρ. [μετβ.]
- καθαρίζω υγρό από ξένες ουσίες, συνών. διηθώ, φιλτράρω, ραφινάρω, σουρώνω, λαγαρίζω
- (μτφ.) εξετάζω κάτι εξονυχίστηκα.
Ετυμολογία
< αρχ. δι-υλίζω, [= στραγγίζω, φιλτράρω] < δι(α) + -ὑλ(ίζω) < ὕλη.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διυλίζω», σ. 229. https://navalhistory.gr/lexiko/διυλιζω/