navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διυλίζω

διυλίζω

ρ. [μετβ.]

  1. καθαρίζω υγρό από ξένες ουσίες, συνών. διηθώ, φιλτράρω, ραφινάρω, σουρώνω, λαγαρίζω
  2. (μτφ.) εξετάζω κάτι εξονυχίστηκα.

Ετυμολογία

< αρχ. δι-υλίζω, [= στραγγίζω, φιλτράρω] < δι(α) + -ὑλ(ίζω) < ὕλη.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διυλίζω», σ. 229. https://navalhistory.gr/lexiko/διυλιζω/