navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίκτυο

δίκτυο

το, ουσ.

  1. (εργαλ.) πλέγμα από σύρμα, νήμα ή πετονιά, συνών. δίχτυ, πλεμάτι, φιλές
  2. (μτφ.) οργανωμένη ομάδα που συνδέει τα μέλη της με πολύπλοκους δεσμούς
  3. (μτφ.) σύνολο αγωγών, καλωδίων ή πολύπλοκων κυκλωμάτων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, της ηλεκτροδότησης, της ύδρευσης και άλλου
  4. πολλοί υπολογιστές συνδεδεμένοι μεταξύ τους.

Ετυμολογία

< αρχ. δίκτυον, ίσως υποκ. του δίκτυς [= ρίψη, βολή].

Σύνθετα

δικτυοπλόκος, δικτυόκαρπος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίκτυο», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/δικτυο/