δίκτυο
το, ουσ.
- (εργαλ.) πλέγμα από σύρμα, νήμα ή πετονιά, συνών. δίχτυ, πλεμάτι, φιλές
- (μτφ.) οργανωμένη ομάδα που συνδέει τα μέλη της με πολύπλοκους δεσμούς
- (μτφ.) σύνολο αγωγών, καλωδίων ή πολύπλοκων κυκλωμάτων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, της ηλεκτροδότησης, της ύδρευσης και άλλου
- πολλοί υπολογιστές συνδεδεμένοι μεταξύ τους.
Ετυμολογία
< αρχ. δίκτυον, ίσως υποκ. του δίκτυς [= ρίψη, βολή].
Σύνθετα
δικτυοπλόκος, δικτυόκαρπος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίκτυο», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/δικτυο/