γωνία
η, ουσ.

- (μαθημ.) το γεωμετρικό σχήμα το οποίο σχηματίζεται από δύο ευθύγραμμα τμήματα, ημιευθείες ή ευθείες που έχουν ένα κοινό σημείο
- σημείο διασταύρωσης δύο δρόμων
- (μτφ.) ο προσωπικός χώρος στο σπίτι
- άκρη του ψωμιού
- (εργαλ.) ειδικό εργαλείο για την πιστοποίηση της ορθής γωνίας ή την κλίση σε συγκεκριμένες μοίρες μίας γωνίας
- το τζάκι
- (φρ.) «ορθή / οξεία / αμβλεία / συμπληρωματική / δίεδρη / νεκρή / οπτική / ανισοσκελής γωνία», «γωνία προσπτώσεως / ανακλάσεως / λήψεως / αποκλίσεως / ασφαλείας / βολβοειδής / διαθλάσεως / εισόδου / εκτροπής / ισοσκελής / κλίσεως / στερεά / στρέψεως / συνδέσεως / υδρορροής / παράλλαξης / αναπαύσεως*1 / θέσης / προσβολής / πορείας*2».
Ετυμολογία
< αρχ. γωνία
Παράγωγα
γωνιάζω, γωνιαίος, γωνιακός.
Σύνθετα
γωνιακός, -ή, -ό, (φρ.) «γωνιακή απόκλιση / επιτάχυνση / σταθεροποίηση / συχνότητα / ταχύτητα».
Σημείωμα
1. Γωνία αναπαύσεως. Είναι η εσωτερική γωνία της βάσης του κώνου που σχηματίζεται από χύδην φορτίο [π.χ. σιτηρά] όταν αυτό φορτώνεται στο κύτος. Όσο πιο μικρή είναι η γωνία τόσο πιο πιθανό είναι να μετατοπιστεί το φορτίο, με κίνδυνο την ανατροπή του πλοίου. Γωνία μικρότερη των 35 μοιρών θεωρείται επικίνδυνη.
2. Γωνία πορείας είναι η γωνία μεταξύ του κεντρικού άξονα του σκάφους και της κατεύθυνσης προς κάποιο αντικείμενο που παρατηρούμε από το σκάφος. Μετριέται σε μοίρες από 0ο έως 180ο προς την κατεύθυνση της δεξιάς ή της αριστερής πλευράς από την πλώρη του πλοίου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γωνία», σσ. 195-196. https://navalhistory.gr/lexiko/γωνια/