διατείνω
ρ.
- [μετβ.] τεντώνω, τείνω εντελώς
- [αμετβ.] διατείνομαι, ισχυρίζομαι, υποστηρίζω, επιμένω στη γνώμη μου.
Ετυμολογία
< δια-τείνω [= τεντώνω ως το τέρμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατείνω», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διατεινω/