διασταυρώνω
ρ.
- [μετβ.] τοποθετώ κάτι σταυρωτά
- [αμετβ.] (παθητ.) διασταυρώνομαι, α) συναντιέμαι με κάποιον, β) συναντώ κάποιον για λίγο, φευγαλέα, ενώ προχωρώ προς αντίθετη κατεύθυνση
- τέμνομαι.
Ετυμολογία
< μτγν. διασταυρ(ῶ) -ώνω [= οχυρώνω με φράχτη].
Παράγωγα
διασταύρωση. Κ’ υστέρα πάει να σπρώξει τα ιστιοφόρα μας / καταμεσής του γαλανού πελάγου, / Με τόσα αποδημητικά πουλιά διασταυρωνόμαστε, / με τόσα σημαιοστόλιστα καράβια!.. / Έρχονται, φεύγουν, φορτωμένα χαιρετίσματα, ποτισμένα αλάτι / και νοσταλγία θαλασσινή!..
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διασταυρώνω», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διασταυρωνω/