διαπερνώ
Και: διαπερώ
ρ. [μετβ.]
- περνώ μέσα από κάποιο σώμα ή χώρο, διεισδύω
- διαποτίζω, μουσκεύω
- τρυπώ
- (μτφ.) επιδρώ σε κάτι, το επηρεάζω στο σύνολό του.
Ετυμολογία
< αρχ. δια-περῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαπερνώ και διαπερώ», σ. 214. https://navalhistory.gr/lexiko/διαπερνω-και-διαπερω/