navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαπερνώ και διαπερώ

διαπερνώ

Και: διαπερώ

ρ. [μετβ.]

  1. περνώ μέσα από κάποιο σώμα ή χώρο, διεισδύω
  2. διαποτίζω, μουσκεύω
  3. τρυπώ
  4. (μτφ.) επιδρώ σε κάτι, το επηρεάζω στο σύνολό του.

Ετυμολογία

< αρχ. δια-περῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαπερνώ και διαπερώ», σ. 214. https://navalhistory.gr/lexiko/διαπερνω-και-διαπερω/