δεσποτάκι
το, ουσ.
(φυτολ.) βαρύ και σκληρό ξύλο, υποκίτρινου χρώματος, χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων, σε μέρη του σκελετού ξύλινων σκαφών και στην κατασκευή κουπιών.
Ετυμολογία
< τουρκ. dişbudak.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεσποτάκι», σ. 204. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσποτακι/