navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δεσπόζω

δεσπόζω

ρ.

[μετβ.]

  1. ασκώ απόλυτη εξουσία στο περιβάλλον μου, συνών. δυναστεύω
  2. βρίσκομαι στην κορυφή, κατέχω επίζηλη θέση στον εμπορικό και βιομηχανικό χώρο
  3. ξεχωρίζω με τις επιδόσεις μου
  4. [αμετβ.] επιβάλλομαι με τον όγκο μου ή με την προσωπικότητά μου πάνω στους άλλους.

Ετυμολογία

< αρχ. δεσπόζω [= εξουσιάζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεσπόζω», σ. 204. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσποζω/