δεσπόζω
ρ.
[μετβ.]
- ασκώ απόλυτη εξουσία στο περιβάλλον μου, συνών. δυναστεύω
- βρίσκομαι στην κορυφή, κατέχω επίζηλη θέση στον εμπορικό και βιομηχανικό χώρο
- ξεχωρίζω με τις επιδόσεις μου
- [αμετβ.] επιβάλλομαι με τον όγκο μου ή με την προσωπικότητά μου πάνω στους άλλους.
Ετυμολογία
< αρχ. δεσπόζω [= εξουσιάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεσπόζω», σ. 204. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσποζω/