δεσμεύω
ρ. [μετβ.]
- περιορίζω την ελευθερία των πολιτών
- βάζω εμπόδια
- επιβάλλω ηθικούς ή νομικούς περιορισμούς
- αποσπώ την υπόσχεση κάποιου με προφορικό όρκο ή με γραπτή δήλωση.
Ετυμολογία
< αρχ. δεσμ(ός) + -εύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεσμεύω», σ. 203. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσμευω/