navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δεσμεύω

δεσμεύω

ρ. [μετβ.]

  1. περιορίζω την ελευθερία των πολιτών
  2. βάζω εμπόδια
  3. επιβάλλω ηθικούς ή νομικούς περιορισμούς
  4. αποσπώ την υπόσχεση κάποιου με προφορικό όρκο ή με γραπτή δήλωση.

Ετυμολογία

< αρχ. δεσμ(ός) + -εύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεσμεύω», σ. 203. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσμευω/