δάνειο
το, ουσ.
- (οικον.) α) το ποσό των χρημάτων που παίρνει κάποιος κατόπιν συμφωνίας, β) η συμφωνία που έχει υπογραφεί ανάμεσα στα δύο μέρη, (φρ.) «δάνειο εξωτερικό», «εσωτερικό δημόσιο δάνειο», «μακροπρόθεσμο / προσωπικό / εξπρές / στεγαστικό / καταναλωτικό / επιχειρηματικό / κατασκευαστικό / συμπληρωματικό / ομολογιακό / μεταφραστικό / κατοχικό / φοιτητικό / επαγγελματικό / επισφαλές δάνειο» και πολλές άλλες μορφές δανείων
- (γλωσσ.) [πληθ.] δάνεια, λέγονται τα στοιχεία εκείνα που μία γλώσσα παίρνει από κάποια άλλη και τα ενσωματώνει στο δικό της κλητικό και μορφολογικό σύστημα.
Ετυμολογία
< αρχ. δάνειον < δάνος, -εος, τό, [= δάνειο, χρέος, οφειλή).
Παράγωγα
δανείζω [> δάνεισμα,δανεισμός, δανειστής, δανειστήριο], δανεικός, δανειακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δάνειο», σ. 198. https://navalhistory.gr/lexiko/δανειο/