γωνιάζω
ρ. [μετβ.]
- τοποθετώ κάτι σε γωνία, αλλιώς: στελλάρω
- δίνω το σχήμα της γωνίας σε κάποιο υλικό, π.χ. σε πέτρα
- τοποθετώ με τέτοιον τρόπο τα υλικά μου έτσι ώστε να σχηματίζουν γωνία
- σχηματίζω γωνία πάνω σε επιφάνεια
- δοκιμάζω το γωνιόμετρο.
Ετυμολογία
< γων(ιά) -ιάζω.
Παράγωγα
γώνιασμα, γωνιασμός, γωνιαστός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γωνιάζω», σ. 196. https://navalhistory.gr/lexiko/γωνιαζω/