navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γωνιάζω

γωνιάζω

ρ. [μετβ.]

  1. τοποθετώ κάτι σε γωνία, αλλιώς: στελλάρω
  2. δίνω το σχήμα της γωνίας σε κάποιο υλικό, π.χ. σε πέτρα
  3. τοποθετώ με τέτοιον τρόπο τα υλικά μου έτσι ώστε να σχηματίζουν γωνία
  4. σχηματίζω γωνία πάνω σε επιφάνεια
  5. δοκιμάζω το γωνιόμετρο.

Ετυμολογία

< γων(ιά) -ιάζω.

Παράγωγα

γώνιασμα, γωνιασμός, γωνιαστός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γωνιάζω», σ. 196. https://navalhistory.gr/lexiko/γωνιαζω/