γωβιός
Και: κωβιός, κωκοβιός
ο, αλλά και γοβιός, ουσ.

(ιχθυολ.) γένος ψαριών τόσο του γλυκού νερού όσο και του θαλασσινού, το μέγεθός του δεν ξεπερνά τα 25 εκ. όπως της σαρδέλας και της γόπας, τρέφεται με μαλάκια και μικρά μαλακόστρακα, (φρ.) «γωβιός του Κανεστρίνι», με επιστ. ονομ.: Potamoschistus canestrinii (< ανθρωπωνύμιο: Τζοβάνι Κανεστρίνι, Ιταλός βιολόγος) μικρόσωμο είδος ψαριού που ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια του γωβιού, γνωστό και ως κοκοβιός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γωβιός και κωβιός και κωκοβιός», σ. 195. https://navalhistory.gr/lexiko/γωβιοσ-και-κωβιοσ-και-κωκοβιοσ/