navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γόμφος

γόμφος

ο, ουσ.

  1. (εργαλ.) είδος ξύλινου ή μεταλλικού καρφιού, που χρησιμοποιείται κυρίως για σύνδεση διαφόρων πραγμάτων, μπουλόνι, τζαβέτα, (φρ.) «γόμφος κορακωτός / κοχλιωτός / κωνικός / ξύλινος / μεταλλικός / πηδαλίου / πορπωτός / συνδετικός»,
  2. συναρμολόγηση, σύνδεση
  3. (ιχθυολ.) είδος ψαριού, γομφάρι [δες λ.].

Ετυμολογία

< αρχ. γόμφος, [= καρφί, μεταλλικό ή ξύλινο, για τη ναυπήγηση πλοίων].

Παράγωγα

γομφιάζω [= συνδέω, συναρμολογώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γόμφος», σ. 189. https://navalhistory.gr/lexiko/γομφοσ/