γόμφος
ο, ουσ.
- (εργαλ.) είδος ξύλινου ή μεταλλικού καρφιού, που χρησιμοποιείται κυρίως για σύνδεση διαφόρων πραγμάτων, μπουλόνι, τζαβέτα, (φρ.) «γόμφος κορακωτός / κοχλιωτός / κωνικός / ξύλινος / μεταλλικός / πηδαλίου / πορπωτός / συνδετικός»,
- συναρμολόγηση, σύνδεση
- (ιχθυολ.) είδος ψαριού, γομφάρι [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. γόμφος, [= καρφί, μεταλλικό ή ξύλινο, για τη ναυπήγηση πλοίων].
Παράγωγα
γομφιάζω [= συνδέω, συναρμολογώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γόμφος», σ. 189. https://navalhistory.gr/lexiko/γομφοσ/