navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γυροσκόπιο

γυροσκόπιο

το, ουσ.

γυροσκόπιο, εικόνα από το έντυπο

(τεχνολ.) συσκευή μέτρησης και ελέγχου της γωνιακής κίνησης ενός σώματος που, όταν ενεργοποιηθεί, διατηρεί σταθερό τον προσανατολισμό της μέσω της περιστροφής των μερών της κι είναι χρήσιμη, κυρίως, στη ναυσιπλοΐα ή στην αεροπλοΐα, (φρ.) «γυροσκόπιο αζιμουθιακό / τορπίλης / δονητικό / πυρηνικό».

Ετυμολογία

< γαλλ. gyroscope < μτγν. γῦρο(ς) + -scope [= - σκόπιον].

Παράγωγα

γυροσκοπικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γυροσκόπιο», σ. 195. https://navalhistory.gr/lexiko/γυροσκοπιο/