γκαράζ
το, άκλ. ουσ.
- σκεπασμένος χώρος για στάθμευση αυτοκινήτων σε ελεύθερο χώρο ή σε οικοδομήσιμο ή σε πλοίο
- συνεργείο αυτοκινήτων.
Ετυμολογία
< γαλλ. garage < garer [= τοποθετώ].
Παράγωγα
γκαραζιέρης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαράζ», σ. 185. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαραζ/