navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γκαράζ

γκαράζ

το, άκλ. ουσ.

  1. σκεπασμένος χώρος για στάθμευση αυτοκινήτων σε ελεύθερο χώρο ή σε οικοδομήσιμο ή σε πλοίο
  2. συνεργείο αυτοκινήτων.

Ετυμολογία

< γαλλ. garage < garer [= τοποθετώ].

Παράγωγα

γκαραζιέρης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαράζ», σ. 185. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαραζ/