γκάους
το, άκλ. ουσ.
(φυσ.) μονάδα μέτρησης της μαγνητικής επαγωγής στο ηλεκτρομαγνητικό σύστημα, (φρ.) «σύστημα / θεώρημα / κατανομή / σταθερά / σύστημα μονάδων / αρχή / νόμος του Γκάους».
Ετυμολογία
< γερμ. gauss (από το όν. του επιστήμονα *F. Gauss). ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γκάους Καρλ Φρήντριχ (1777 - 1855), Γερμανός φυσικομαθηματικός που επηρέασε σημαντικά την εξέλιξη της ανώτερης άλγεβρας, της θεωρίας των αριθμών, της διαφορικής γεωμετρίας, της θεωρίας της βαρύτητας, της κλασικής θεωρίας του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού, της γεωδαισίας, της αστρονομίας και πολλών άλλων επιστημονικών κλάδων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκάους», σ. 185. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαουσ/