navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γαλβανίζω

γαλβανίζω

ρ. [μετβ.]

  1. (φυσ.) α) ηλεκτρίζω με γαλβανική στήλη, β) επενδύω μέταλλο με άλλο μέταλλο με ηλεκτρική επίδραση, πραγματοποιώ ηλεκτρόλυση, επιμεταλλώνω
  2. (μτφ.) α) εμψυχώνω, β) ηλεκτρίζω, γ) αναζωογονώ.

Ετυμολογία

< γαλλ. galvaniser (από το όν. του Ιταλού φυσιολόγου Luigi *Galvani).

Παράγωγα

γαλβανικός, γαλβάνιση, γαλβάνισμα, γαλβανιστής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλβανίζω», σ. 173. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλβανιζω/