γυαλιστερή
η, ουσ.
(ζωολ.) οστρακοειδές μαλάκιο, δίθυρο, που κατοικεί σε αμμώδη ή βοτσαλωτό πυθμένα, το κέλυφός του μπορεί να φθάσει τα 10 εκ. το χρώμα του εξωτερικά κρεμώδες προς το καφέ, ως βρώσιμο εξαιρετικά γευστικό, η επιστ. του ονομ.: Callista chione (ή λεία αχιβάδα) [διώνυμο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γυαλιστερή», σ. 194. https://navalhistory.gr/lexiko/γυαλιστερη/