γανώνω
ρ. [μετβ.]
- καλύπτω με κασσίτερο μπακιρένια σκεύη, χάλκινα δηλ. σκεύη, συνών. επικασσιτερώνω
- μουτζουρώνω κάποιον με γάνα [= πρασινωπή σκουριά]
- (μτφ.) πονοκεφαλιάζω κάποιον.
Ετυμολογία
< αρχ. γαν(ῶ), παράλληλος τ. του ρ. γάνυμαι [= αστράφτω, λάμπω] < γάνος.
Παράγωγα
γάνωμα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γανώνω», σ. 176. https://navalhistory.gr/lexiko/γανωνω/