navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γανώνω

γανώνω

ρ. [μετβ.]

  1. καλύπτω με κασσίτερο μπακιρένια σκεύη, χάλκινα δηλ. σκεύη, συνών. επικασσιτερώνω
  2. μουτζουρώνω κάποιον με γάνα [= πρασινωπή σκουριά]
  3. (μτφ.) πονοκεφαλιάζω κάποιον.

Ετυμολογία

< αρχ. γαν(ῶ), παράλληλος τ. του ρ. γάνυμαι [= αστράφτω, λάμπω] < γάνος.

Παράγωγα

γάνωμα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γανώνω», σ. 176. https://navalhistory.gr/lexiko/γανωνω/