βυθοσκόπιο
το, ουσ.
(τεχνολ.) το όργανο με το οποίο γίνεται η παρατήρηση του πυθμένα σε αβαθή, κυρίως, σημεία.
Ετυμολογία
< βυθο(σκοπώ) -σκόπιο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βυθοσκόπιο», σσ. 169-170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυθοσκοπιο/