βροχόμετρο
το, ουσ.

(τεχνολ.) όργανο το οποίο με το ογκομετρικό του δοχείο φανερώνει το ύψος της βροχής, συνών. ομβρόμετρο, υετόμετρο, (φρ.) «ογκομετρικό / δεπλασιαστικό βροχόμετρο».
Ετυμολογία
< βροχό- + μέτρο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βροχόμετρο», σ. 168. https://navalhistory.gr/lexiko/βροχομετρο/