γαλβανόμετρο
το, ουσ.

(τεχνολ.) όργανο ένδειξης ύπαρξης ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος σε ένα ηλεκτρικό κύκλωμα ακόμα και πολύ χαμηλών τάσεων.
Ετυμολογία
< γαλλ. galvanomètre < galvan(ο) < ανθρωπωνύμιο Luigi *Galvani [δες γαλβανισμός] + -mètre [= -μέτρο(ν)].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλβανόμετρο», σ. 174. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλβανομετρο/