γυλιός
ο, ουσ.
(στρατ.) είδος στρατιωτικού σάκου που περιέχει τα προσωπικά είδη του στρατιώτη.
Ετυμολογία
< αρχ. γυλιός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γυλιός», σ. 194. https://navalhistory.gr/lexiko/γυλιοσ/