διαβιβάσεις
οι, ουσ.
(στρατ.) [ως κυρ. όν.:] Διαβιβάσεις, στρατιωτική υπηρεσία [ή στρατιωτικό όπλο] η οποία εξασφαλίζει τις επικοινωνιακές ανάγκες όλων των σωμάτων του στρατεύματος αλλά και πραγματοποιεί την όποια δυνατότητα έχει στον ηλεκτρονικό πόλεμο.
Ετυμολογία
< διαβιβάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαβιβάσεις», σ. 206. https://navalhistory.gr/lexiko/διαβιβασεισ/