αχινόγατος
ο, ουσ.
(ιχθυολ.) είδος μικρού καρχαρία με ψηλό και στιβαρό σώμα, τριγωνικής διατομής, η επιστημ. του ονομ.: Oxynotus centrina [διώνυμο], το μέγιστο μήκος του σώματός του φθάνει το 1,5 μ. έχει καφετί χρώμα και 5 μικρές βραγχιακές σχισμές, τον συναντάμε στο ανατολικό τμήμα του Ατλαντικού και στη Μεσόγειο, τρέφεται με μικρού και μεσαίου μεγέθους πελαγικά είδη ψαριών.
Ετυμολογία
< αχινός + γάτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχινόγατος», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχινογατοσ/