αφρόψαρα
τα, [ενικ. αφρόψαρο] ουσ.
(ιχθυολ.) ψάρια που ζουν σε μικρό βάθος από την επιφάνεια της θάλασσας, αλλιώς «ψάρια του αφρού».
Ετυμολογία
< αφρό(ς)- + ψάρι(α).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφρόψαρα», σ. 138. https://navalhistory.gr/lexiko/αφροψαρα/