αχλύς
η, ουσ. [χωρίς πληθ.] αλλά και αχλή, η
- θολή ατμόσφαιρα εξαιτίας, συνήθως, του φαινομένου της ομίχλης, (φρ.) «ξηρά αχλή», ομίχλη που οφείλεται σε συσσώρευση καπνού, κονιορτού ή άλλων σωματιδίων και εμφανίζεται σε μεγαλουπόλεις και βιομηχανικές περιοχές, αλλά και πούσι, καταχνιά, «υγρά αχλύς», σύννεφο που σχηματίζεται πολύ κοντά στην επιφάνεια της γης
- (μτφ.) το κατσούφιασμα του προσώπου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀχλύς, γεν. -ύος, ἡ, [= σκοτάδι, ομίχλη, - σκοτεινιά, θλίψη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχλύς», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχλυσ/