navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αχλύς

αχλύς

η, ουσ. [χωρίς πληθ.] αλλά και αχλή, η

  1. θολή ατμόσφαιρα εξαιτίας, συνήθως, του φαινομένου της ομίχλης, (φρ.) «ξηρά αχλή», ομίχλη που οφείλεται σε συσσώρευση καπνού, κονιορτού ή άλλων σωματιδίων και εμφανίζεται σε μεγαλουπόλεις και βιομηχανικές περιοχές, αλλά και πούσι, καταχνιά, «υγρά αχλύς», σύννεφο που σχηματίζεται πολύ κοντά στην επιφάνεια της γης
  2. (μτφ.) το κατσούφιασμα του προσώπου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀχλύς, γεν. -ύος, ἡ, [= σκοτάδι, ομίχλη, - σκοτεινιά, θλίψη].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχλύς», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχλυσ/