άφιξη
η, ουσ.
- ο ερχομός κάποιου, η έλευση
- η ολοκλήρωση ενός προγραμματισμένου ταξιδιού σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή
- ο χώρος υποδοχής όσων επιστρέφουν από ταξίδι, σε σταθμούς και αεροδρόμια.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄφιξις < ἀφικνούμαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άφιξη», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφιξη/